Αναρτήσεις

Νέα αρχή

Εικόνα
Σηκώθηκε από το κρεβάτι. Έδεσε τα μαλλιά της και έβαλε όσα περίσσευαν πίσω από τα αυτιά. Έπιασε το πρόσωπο της με τις παλάμες της. Ένιωσε ένα οξύ σούβλισμα δίπλα στο δεξί της φρύδι. Δεν είχε επουλώσει, ακόμα, η μελανιά. Είχε πάρει ένα βιολετί χρώμα, που μπορούσες να το πεις και χαριτωμένο. Έβγαλε τα ρούχα απ' το πλυντήριο. Της άρεσε να ξεκινάει τη μέρα της με το άπλωμα. Έτσι, μπορούσε να δει απ' το μπαλκόνι της τι μέρα έχει έξω. Αν ήταν μουντή με φορτωμένα τα σύννεφα ή αν έφταναν οι αχτίνες του ήλιου να ζεστάνουν και τις πίσω πλευρές της πολυκατοικίας.  Σειρά είχε το μαγείρεμα. Συμμάζεμα. Ξεσκόνισμα. Σκούπα. Σφουγγάρισμα. Σιδέρωμα. Αν χρειαζόταν θα έβγαινε για τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Όχι πια εκείνο της γειτονιάς, γιατί την κοίταζαν με λύπηση. Από όλα μονάχα αυτό δεν ανεχόταν. Τον οίκτο. Όλη τη μέρα πάντως με κάτι θα απασχολούταν. Από τότε που σταμάτησε τη δουλειά, γιατί της την έπεφτε το αφεντικό -όπως είπε ο Γιώργος- χρειαζόταν κάτι να γεμίζει το χρόνο της. Κά...

Choices...

Εικόνα
Και λίγο αφού άλλαξε το τόσο δύσκολο '19, στο ξεκίνημα ενός νέου έτους αναρωτήθηκα, τι θα ΄θελα να πετύχω τη νέα χρονιά; Σκέφτηκα ποιοι  θα 'ναι οι νέοι μου στόχοι; Ποιες επιθυμίες μου θα είναι οι πρωταρχικές; Να βρω μια πιο κερδοφόρα δουλειά; Να παντρευτώ; Ίσως κάτι πιο εφικτό... Να τρώω πιο υγιεινά; Να πηγαίνω πιο συχνά γυμναστήριο; Και ύστερα με ρώτησα, τι είναι αυτό που πραγματικά θέλω;  Αυτό που όντως με κάνει χαρούμενη;  Μια φίλη μου είχε πει πως το σύμπαν μας ακούει... Αρκεί να ξέρουμε αυτό που του ζητάμε. Πόσες φορές ήμουν όντως χαρούμενη στη χρονιά που μας πέρασε;  Πότε; Πού; Με ποιους; Έκλεισα τα μάτια και ταξίδεψα με τη μνήμη μου. Με είδα να παίζω με τον ανιψιό μου και να γελάω με την αδερφή μου. Να ταξιδεύω σε μέρη που δεν έχω ξαναδεί με ανθρώπους που αγαπώ. Με συνάντησα με φίλες σε μέρη που έσφυζαν από ζωή. Ή σε άλλα που ήμασταν μοναχά οι δυό μας, συζητώντας για την ίδια τη ζωή. Με είδα να πετυχαίνω στόχους...

Τότε που χάθηκαν οι λέξεις.

Εικόνα
Περπάτησα κάτω από τα φύλλα που θρόιζαν και σήκωσα το γιακά μου για να γλιτώσω απ' την υγρασία που ένιωθα να με  τρυπά. Κοίταζα τις πλάκες τους πεζοδρομίου, με εκνεύριζαν όλες οι κακοτεχνίες και τα σπασίματα, μα προσπαθούσα να τα αγνοήσω. Μια άδεια σακούλα που στροβιλιζόταν στον αέρα μου τράβηξε την προσοχή. Θύμιζε πικραλίδα που σκορπάει. Είχα φτάσει στη στάση από όπου έπαιρνα πάντα το λεωφορείο 7 για τη σχολή. Καθόταν μία κοπέλα με μωβ ζιβάγκο, ένα παλτό στο χρώμα του κρόκου και ένα κασκόλ που περισσότερο θύμιζε κουβέρτα. Μόλις με είδε μου έκανε χώρο για να κάτσω και μειδίασε. Συνέχισα να κοιτάζω τις πλάκες. Ακόμα δεν τα πήγαινα καλά στην επαφή με αγνώστους. Αυτή, όμως, κάτι μου θύμιζε. Είχε κάτι πολύ οικείο. Ίσως τα χρώματα. Το άρωμα που θύμιζε καλοκαίρι, μέσα στο καταχείμωνο. Μα ναι! Την κυρία Γιάννα. Την πρώτη μου κυρία στην πρώτη δημοτικού. Όχι, όχι της τάξης. Τη δική μου, χρωματιστή κυρία. *****************************************************************************...

Feels like it's a fairy tale

Εικόνα
Βγήκε στην παραλιακή να περπατήσει.  Έτρεχε σχεδόν. Να ξεφύγει.  Από τι;  Από ποιον;  Από τον ίδιο της τον εαυτό μάλλον.  Ένιωθε να πνίγεται, να μη της φτάνει ο αέρας.  Παγιδευμένη. Φυλακισμένη στους τέσσερις τοίχους της ζωής που ζούσε μία αέναη λούπα των ίδιων πραγμάτων, χωρίς να νιώθει, να ονειρεύεται.  Χωρίς να έχει κάτι να περιμένει. Κάτι να ελπίζει. Κάτι που θα την κάνει να χαμογελά.  Η θάλασσα, μόνο αυτή ήταν εκεί να την ακούει υπομονετικά δίχως να χρειάζεται να μιλά. Να την τροφοδοτεί οξυγόνο, όταν ένιωθε πως της τελειώνει. ************************************************** Ποια είναι τάχα εκείνη η κινητήριος δύναμη που σε ξυπνά από το λήθαργο της ρουτίνας; Τι σόι πράγμα σε κάνει να ξεχνάς. Να ξεχνάς ποιος ήσουν, τι έχεις ζήσει, τι ραντεβού έχεις κλείσει για αύριο, πόσα χρωστάς στη ΔΕΗ, πότε πρέπει να παραδώσεις το πρότζεκτ στη δουλειά.  Είναι εκείνο εκεί το συναίσθημα που δειλιάζω ακόμη και να ξεστο...

Σαλώμη

Εικόνα
Έβγαλε το τετραδιάκι που φυλούσε στριμωγμένο στο κομοδίνο της. Αφού το ξεφύλλισε κάπως αδιάφορα, πήγε στην τελευταία σελίδα. 348 ο αύξοντας αριθμός. "Πώς τον λέγαν;" αναρωτήθηκε. Τον ρώτησε άραγε; Πάντα ξεχνούσε τα ονόματα μετά την πέμπτη τεκίλα. Don Julio Blanco με λεμόνι κι αλάτι, ήταν η αδυναμία της. Πέρασε τα ακροδάχτυλα της μέσα από τα μαλλιά της και δάγκωσε το καπάκι απ'το στιλό. "Χμμμ πως να τον πούμε;" σκέφτηκε και μειδίασε πονηρά. Λάτρευε να τους βγάζει παρατσούκλια όταν δε θυμόταν το όνομά τους, ανάλογα με τις ικανότητές ή την έλλειψή αυτών. "Ο μεθυσμένος συγγραφέας", "Ο νάρκισσος μπάρμαν", "Ο κοντός τραπεζίτης".  "Μμμ, μυγιάγγιχτο θα τον πω. Του πάει...τόσο που δεν έβλεπα την ώρα να φύγει." Έκλεισε το δερματόδετο τετραδιάκι και το τύλιξε με το καφετί λουράκι του. Το καταχώνιασε ξανά στη θέση του σχεδόν ιεροτελεστικά. Της άρεσε να κρατά λογαριασμό, ένιωθε πως έχει τον έλεγχο, πως τίποτα δεν είναι υπεράν...

Wake up alone

Εικόνα
Ξύπνησε άλλο ένα πρωί νυσταγμένη και καταϊδρωμένη απ'τον καύσωνα. Πάλι είχε χαλάσει το κλιματιστικό. Μόνο όταν το χρειαζόταν χαλούσε, κάτι πάθαινε κι αυτό σαν τους ανθρώπους. Κοίταξε τα μάτια της στον καθρέφτη που ήταν πρησμένα απ' την αϋπνία. Αγχώδης διαταραχή είπε ο γιατρός. "Δεν είναι τίποτα. Πολλοί άνθρωποι το παθαίνουν σε φορτισμένες περιόδους. Σου γράφω εδώ ένα ελαφρύ υπνωτικό που θα σε βοηθήσει." Τσαλάκωσε το χαρτάκι με τη συνταγή και το πέταξε στον κάδο βγαίνοντας απ'το γραφείο του. Δε θα καταντήσω εγώ πρεζάκι να εξαρτιέμαι από χάπια για μια απλή "διαταραχούλα". Θα περάσει κι αυτό. Όλα περνάνε.                                                     ********************************** Εσύ φταις που δεν πήρες τότε τα χάπια. Κάτσε τώρα να ξαγρυπνάς το ένα βράδυ πίσω απ' το άλλο. Να στριφογυρίζεις στο κρεβάτι σαν τη σβούρα και το μυαλό σου...