Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2019

Τότε που χάθηκαν οι λέξεις.

Εικόνα
Περπάτησα κάτω από τα φύλλα που θρόιζαν και σήκωσα το γιακά μου για να γλιτώσω απ' την υγρασία που ένιωθα να με  τρυπά. Κοίταζα τις πλάκες τους πεζοδρομίου, με εκνεύριζαν όλες οι κακοτεχνίες και τα σπασίματα, μα προσπαθούσα να τα αγνοήσω. Μια άδεια σακούλα που στροβιλιζόταν στον αέρα μου τράβηξε την προσοχή. Θύμιζε πικραλίδα που σκορπάει. Είχα φτάσει στη στάση από όπου έπαιρνα πάντα το λεωφορείο 7 για τη σχολή. Καθόταν μία κοπέλα με μωβ ζιβάγκο, ένα παλτό στο χρώμα του κρόκου και ένα κασκόλ που περισσότερο θύμιζε κουβέρτα. Μόλις με είδε μου έκανε χώρο για να κάτσω και μειδίασε. Συνέχισα να κοιτάζω τις πλάκες. Ακόμα δεν τα πήγαινα καλά στην επαφή με αγνώστους. Αυτή, όμως, κάτι μου θύμιζε. Είχε κάτι πολύ οικείο. Ίσως τα χρώματα. Το άρωμα που θύμιζε καλοκαίρι, μέσα στο καταχείμωνο. Μα ναι! Την κυρία Γιάννα. Την πρώτη μου κυρία στην πρώτη δημοτικού. Όχι, όχι της τάξης. Τη δική μου, χρωματιστή κυρία. *****************************************************************************

Feels like it's a fairy tale

Εικόνα
Βγήκε στην παραλιακή να περπατήσει.  Έτρεχε σχεδόν. Να ξεφύγει.  Από τι;  Από ποιον;  Από τον ίδιο της τον εαυτό μάλλον.  Ένιωθε να πνίγεται, να μη της φτάνει ο αέρας.  Παγιδευμένη. Φυλακισμένη στους τέσσερις τοίχους της ζωής που ζούσε μία αέναη λούπα των ίδιων πραγμάτων, χωρίς να νιώθει, να ονειρεύεται.  Χωρίς να έχει κάτι να περιμένει. Κάτι να ελπίζει. Κάτι που θα την κάνει να χαμογελά.  Η θάλασσα, μόνο αυτή ήταν εκεί να την ακούει υπομονετικά δίχως να χρειάζεται να μιλά. Να την τροφοδοτεί οξυγόνο, όταν ένιωθε πως της τελειώνει. ************************************************** Ποια είναι τάχα εκείνη η κινητήριος δύναμη που σε ξυπνά από το λήθαργο της ρουτίνας; Τι σόι πράγμα σε κάνει να ξεχνάς. Να ξεχνάς ποιος ήσουν, τι έχεις ζήσει, τι ραντεβού έχεις κλείσει για αύριο, πόσα χρωστάς στη ΔΕΗ, πότε πρέπει να παραδώσεις το πρότζεκτ στη δουλειά.  Είναι εκείνο εκεί το συναίσθημα που δειλιάζω ακόμη και να ξεστομίσω, μήπως μ'ακούσει κι έρθει να με τιμ

Σαλώμη

Εικόνα
Έβγαλε το τετραδιάκι που φυλούσε στριμωγμένο στο κομοδίνο της. Αφού το ξεφύλλισε κάπως αδιάφορα, πήγε στην τελευταία σελίδα. 348 ο αύξοντας αριθμός. "Πώς τον λέγαν;" αναρωτήθηκε. Τον ρώτησε άραγε; Πάντα ξεχνούσε τα ονόματα μετά την πέμπτη τεκίλα. Don Julio Blanco με λεμόνι κι αλάτι, ήταν η αδυναμία της. Πέρασε τα ακροδάχτυλα της μέσα από τα μαλλιά της και δάγκωσε το καπάκι απ'το στιλό. "Χμμμ πως να τον πούμε;" σκέφτηκε και μειδίασε πονηρά. Λάτρευε να τους βγάζει παρατσούκλια όταν δε θυμόταν το όνομά τους, ανάλογα με τις ικανότητές ή την έλλειψή αυτών. "Ο μεθυσμένος συγγραφέας", "Ο νάρκισσος μπάρμαν", "Ο κοντός τραπεζίτης".  "Μμμ, μυγιάγγιχτο θα τον πω. Του πάει...τόσο που δεν έβλεπα την ώρα να φύγει." Έκλεισε το δερματόδετο τετραδιάκι και το τύλιξε με το καφετί λουράκι του. Το καταχώνιασε ξανά στη θέση του σχεδόν ιεροτελεστικά. Της άρεσε να κρατά λογαριασμό, ένιωθε πως έχει τον έλεγχο, πως τίποτα δεν είναι υπεράν

Wake up alone

Εικόνα
Ξύπνησε άλλο ένα πρωί νυσταγμένη και καταϊδρωμένη απ'τον καύσωνα. Πάλι είχε χαλάσει το κλιματιστικό. Μόνο όταν το χρειαζόταν χαλούσε, κάτι πάθαινε κι αυτό σαν τους ανθρώπους. Κοίταξε τα μάτια της στον καθρέφτη που ήταν πρησμένα απ' την αϋπνία. Αγχώδης διαταραχή είπε ο γιατρός. "Δεν είναι τίποτα. Πολλοί άνθρωποι το παθαίνουν σε φορτισμένες περιόδους. Σου γράφω εδώ ένα ελαφρύ υπνωτικό που θα σε βοηθήσει." Τσαλάκωσε το χαρτάκι με τη συνταγή και το πέταξε στον κάδο βγαίνοντας απ'το γραφείο του. Δε θα καταντήσω εγώ πρεζάκι να εξαρτιέμαι από χάπια για μια απλή "διαταραχούλα". Θα περάσει κι αυτό. Όλα περνάνε.                                                     ********************************** Εσύ φταις που δεν πήρες τότε τα χάπια. Κάτσε τώρα να ξαγρυπνάς το ένα βράδυ πίσω απ' το άλλο. Να στριφογυρίζεις στο κρεβάτι σαν τη σβούρα και το μυαλό σου να ζωγραφίζει αέναα, στο λευκό της σκέψης σου, να ξεπατικώνει εικόνες από λογιών λογιών στιγ

Happy endings do exist...

Εικόνα
Ζω, δουλεύω, προσπαθώ, αποτυγχάνω, ξαναρχίζω, τρέχω, ξεχνώ...  Πολλές φορές να κάνω αυτά που αγαπώ. Πολλές φορές ξεχνώ, ακόμα κι αυτούς που αγαπώ. Και το χειρότερο από όλα; Κάποιες φορές ξεχνώ ακόμα και το -πως- να αγαπώ. Ξεχάσαμε όλοι μαζί και καθένας χώρια. Μάθαμε στο βόλεμα, στην υποταγή σε ανυπόφορες καταστάσεις. Σπάσαμε τις άκρες του παζλ μας και γίναμε πασπαρτού που κουμπώνουν παντού, χωρίς όντως να κουμπώνουμε πουθενά. Ξεχάσαμε να θέλουμε και τι. Μάθαμε να μην ζητάμε και αρκεστήκαμε στο τίποτα, που είχαν να μας δώσουν. Άνθρωποι δανεικοί και άδειοι. Κι εκεί ακριβώς εκεί ήταν που πείσαμε τον εαυτό μας πως κι εμείς δεν έχουμε και πολλά να δώσουμε, παρά μονάχα προβολές των θέλω μας. Κάναμε πανάκεια λόγια κενά, τιμής ένεκεν μιας αναγκαίας μα παροδικής αγκαλιάς. Κι όμως, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ, μονάχα προβολές έχω να δώσω; Και γιατί πρέπει να αρκεστώ; Πέθανε άραγε το happy ending με την προηγούμενη γενιά; Οι άνθρωποι έχουν πραγματικά ανάγκη να πιστέψουν στην αγάπη,

Δίνη ονείρου

Εικόνα
Άφησέ με να πάω, εκεί που δεν μπορώ. Άφησε με να δω, όσα δε θα ονειρευτώ. Το άρωμα του ονείρου κυκλάμινο μπουμπουκιαστό. Άφησέ με τον ουρανό, να ερωτευτώ. Άφησέ με της γης την τρέλα, να γευτώ. Μαγεία δεν έχουν πια τα πουλιά, γι’ αυτό πετάνε τόσο μακριά. Μη μου λες μυστικά, μη μιλάς στα κρυφά. Το φεγγάρι μην κρατάς, άλλο πια χαμηλά. Άφησέ με να φύγω, στις ακτίνες του ήλιου, δεν αντέχω να ζω. Άφησέ με να πάω στον αχό του ανέμου κι ας χαθώ, στου ονείρου τη δίνη που τρομάζει καθετί αληθινό.

Έχω χρόνο!

Εικόνα
Έχω χρόνο! Πάντα νομίζεις ότι έχεις... Όλοι γκρινιάζουν για τα λεφτά, για την ατυχία τους, για χίλια μύρια ψιλοπράγματα και έχουν την αυταρέσκεια να θεωρούν πως διαθέτουν σε αφθονία το πολυτιμότερο αγαθό... ΧΡΟΝΟ! Από τη στιγμή που γεννιέσαι ζεις μέσα σε μια πελώρια κλεψύδρα που μετρά αντίστροφα. Και αρκεί μοναχά μια τόσο δα ρωγμή για να χυθεί κάθε πολύτιμος κόκκος στιγμών σου και η ζωή να γελά χαιρέκακα σε βάρος σου, που ήσουν τόσο αφελής, να νομίζεις πως είσαι άφθαρτος, να νομίζεις πώς έχεις χρόνο... Συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε το μέλλον και να φτιάχνουμε νοερά χρονοδιαγράμματα. Να βάζουμε ένα πρόγραμμα στη ζωή μας και να θέτουμε στόχους άλλοτε κοντινούς, απτούς, που σχεδόν τους αγγίζουμε κι άλλοτε άφταστους, ακατόρθωτους θα έλεγε κανείς. Μα, σπάνια σταματάς για να κοιτάξεις πίσω, να σκεφτείς τι έφτασες, τι εγκατέλειψες, τι κυνηγάς ακόμα. Απλά συνεχίζεις και θέτεις νέους στόχους, ξανά και ξανά. Γιατί; Γιατί επιμένεις πεισματικά πως έχεις μπόλικο...τι άλλο; Χρόνο. Κα

Drowning

Εικόνα
Ένιωθα να βουλιάζω. Έβλεπα το φως να χάνεται. Έβλεπα εμένα να χάνομαι. Η επιφάνεια απομακρυνόταν και μετρούσα τις ανάσες μου αντίστροφα . Βυθιζόμουν στον πυθμένα της θάλασσας ολοένα και πιο πολύ. Έπεφτα μέσα στην αγκαλιά της καθώς άπλωνε γύρω μου τα θέλγητρά της και ας ήξερα πως δν υπήρχε επιστροφή. Χρόνια τώρα η Τζία έβλεπε το ίδιο όνειρο και πεταγόταν μουσκεμένη από τρόμο ως το κόκκαλο. Ήταν όμως, πλέον, αποφασισμένη να φιλήσει τον φόβο της με πάθος! Ήταν ο μόνος τρόπος να τον αντιμετωπίσει. Το καμπανάκι στην πόρτα της σχολής καταδύσεων ήχησε. Ένας γοητευτικός σαραντάρης τράβηξε ένα πολύχρωμο παραβάν πίσω απ'το ταμείο. Ψηλός, γυμνασμένος με αθλητικό ντύσιμο. Δεν μπορούσες να μην προσέξεις τα πράσινα μάτια κι ας μην ήταν μεγάλα και τις γκριζαρισμένες τρίχες που είχαν αρχίσει να ξεπροβάλλουν για να μαρτυρούν την ηλικία του. Σίγουρα ήταν ο τύπος της. Αλλά σίγουρα δεν ήταν κάτι πρωτότυπο γι'αυτόν να τραβάει τα βλέμματα. Την περιεργάστηκε για λίγα λεπτά κι έπειτα είπε ε

Το ρολόι

Εικόνα
Κάθε φορά που άκουγε τους δείκτες του ένιωθε μόνη, τόσο μόνη. Δεν κοιμόταν ποτέ με ρολόι στο δωμάτιο. Εκείνο το προκλητικό τικ-τακ την έκανε να νιώθει έτοιμη να αφήσει την τελευταία της πνοή στη γκιλοτίνα με τη λαιμητόμο να κρέμεται χαιρέκακα από πάνω της. Πάντα είχε ιδιαίτερη σχέση με το χρόνο. Δυνάστης εραστής. Πάντα της έκλεβε και κάτι. Κάθε χρόνο, την ίδια μέρα. Εκείνη η τρυπίτσα στον καναπέ που έκανε το τσιγάρο της, της θύμιζε την ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα στη Σονάτα του Σεληνόφωτος. Άραγε, και τα δικά της μαλλιά να φαντάζουν χρυσά; Άραγε πόσο είχε ασπρίσει η καρδιά της; Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου καλά τα λεν οι έγχρωμοί μου φίλοι το πρόβλημά μου η υπερβολή μου κι ό, τι αργεί απάντηση να στείλει Αν είχε το θάρρος να φανεί ο λόγος τώρα δε θα 'τανε φωτιά στο αίμα Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρο ο φόβος Αν είχε σώμα θα 'ταν σαν κι εμένα.... Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω μ' αυτό τον τόνο του λευκού στο